Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ - ΣΥΝΘΕΣΗ ΝΟΜΩΝ



Από την αντιπαραβολή του νόμου Κατσέλη (3869/2010), όπως τροποποιήθηκε τον Αύγουστο του 2015, και των πρακτικών της βουλής συνολικά για τα προαπαιτούμενα, προέκυψε η παρακάτω σύνθεση του ισχύοντος νόμου σήμερα για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, ο οποίος περιλαμβάνει και τις διατάξεις περί προστασίας της πρώτης κατοικίας. Με την επιφύλαξη της εγκυρότητας των πρακτικών καταθέτω την παρακάτω τελική μορφή του.

της Ελένη Πορτάλιου


   
Τελική διαμόρφωση νόμου 3869/2010 (γνωστού ως νόμου Κατσέλη), ο οποίος είχε ήδη τροποποιηθεί με τον Ν4336/2015 (ΦΕΚ Α94, 14 Αυγούστου 2015) και τροποποιήθηκε εκ νέου με τις διατάξεις περί «προαπαιτούμενων» (19/11/2015).

Ν.3869/2010 με μαύρα γράμματα, τροποποίηση με Ν.4336/2015 με κόκκινα γράμματα, τροποποίηση με τις διατάξεις περί «προαπαιτούμενων» 19/11/2015 με μπλε. Ο νόμος παρατίθεται στο σύνολό του και (ανεξαρτήτων φάσεων διαμόρφωσης και χρωματικών διαφοροποιήσεων) στην τελική ολοκληρωμένη μορφή του.


ΝΟΜΟΣ ΚΑΤΣΕΛΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3869 + ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ N.4336/2015 + ΠΡΟΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΑ 19/11/2015
Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προ­σώπων και άλλες διατάξεις

Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής

«1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.

2. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή την μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με το ν. 1337/1983 από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α' , β' και γ' πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις ο-φειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές.

3. Στην διαδικασία ρύθμισης του νόμου δύνανται να υπαχθούν οφειλές του εδαφίου β' της παραγράφου 2 οι οποίες: α) έχουν γεννηθεί ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης και β) βεβαιώνονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τον παρόντα νόμο. εφόσον οι υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και διοικητικών αρχών και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί.
Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου δύνανται κατ’ επιλογήν του οφειλέτη να υπαχθούν επίσης οι οφει-λές του, οι οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως του οφειλέτη για την υπαγωγή στην διαδικα-σία του παρόντος νόμου, τελούν σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.

4.Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε β) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια, είτε γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτε δ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου. Ο περιορισμός του εδαφίου α' στοιχείο α' δεν ισχύει όσον αφορά τις οφειλές του εδαφίου β' της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.»

Άρθρο 2 Διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμού
  1. Προϋπόθεση για την ενώπιον του αρμοδίου δικαστη­ρίου υποβολή αίτησης του οφειλέτη για ρύθμιση οφει­λών και απαλλαγή αποτελεί η εκ μέρους του καταβολή προσπάθειας επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές του και η αποτυχία αυτής, κατά το τελευταίο πριν την υποβολή της αίτησης εξάμηνο. Η προσπάθεια αυτή πραγματοποιείται με τη συνδρομή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, Επιτροπής Φιλικού Δια­κανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ν. 2251/ 1994 (ΦΕΚ 191 Α), όπως ισχύει, ή Ένωσης Καταναλωτών που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994 ή του Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών ή δικηγόρου ή άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού μη κερδοσκο­πικού χαρακτήρα φορέα από αυτούς που ορίζονται με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 
  2. Αν η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού απο τύχει, ο φορέας ή ο δικηγόρος που βοήθησε την προ­σπάθεια συντάσσει βεβαίωση, στην οποία διαπιστώνεται η αποτυχία της προσπάθειας εξωδικαστικού συμβιβα­σμού. Αν επιτευχθεί με τη σύμφωνη γνώμη των πιστω­τών εξωδικαστικός συμβιβασμός, συντάσσεται σχετικό πρακτικό, το οποίο αποτελεί τίτλο εκτελεστό από την επικύρωση του από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη.
  3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Αντα­γωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνει­ας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται και άλλοι φορείς δημόσιοι και ιδιωτικοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που επιτρέπεται να παρέχουν τη συνδρομή τους στους οφειλέτες για την επίτευξη εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές τους. Οι φορείς που συνδράμουν στην προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού οφείλουν να ενημερώνουν τους οφειλέτες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από την υπαγωγή στις ρυθμίσεις αυτού του νόμου, να ενεργούν κατά τρόπο που διαφυλάττει τα συμφέροντα των οφειλετών και να χρησιμο­ποιούν για την επιδίωξη του δικαστικού συμβιβασμού πρόσωπα που διαθέτουν ικανότητες, γνώσεις και εμπει­ρία στην κατάστρωση οικογενειακού προϋπολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα δηλούμενα εισοδήματα και τις ανάγκες του οφειλέτη και τη δυνατότητα του να αποπληρώνει χρέη. Με κοινή απόφαση των Υπουργών του πρώτου εδαφίου μπορούν να εξειδικεύονται οι υπο­χρεώσεις ενημέρωσης των φορέων αυτών προς τους ο­φειλέτες, τα προσόντα, η εκπαίδευση και οι ικανότητες που θα πρέπει να διαθέτουν τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό των φορέων, να χορηγούνται οδηγίες για τη διαδικασία που θα ακολουθείται στην επιδίωξη ε­ξωδικαστικού συμβιβασμού, να εκδίδονται σχετικά υπο­δείγματα, καθώς επίσης και οι διαδικασίες υπό τις οποίες ελέγχεται η συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζο­νται για την επιδίωξη του εξώδικου συμβιβασμού.
  4. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη, να του παραδώσουν χωρίς επι­βάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Ο Υπουργός Οικο­νομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλλει για κάθε παράβαση της υποχρέωσης της παρούσας παρα­γράφου πρόστιμο που ανέρχεται από πεντακόσια έως δέκα χιλιάδες ευρώ. Οι καταγγελίες για τις παραβάσεις αυτές κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
«4.α. Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκη­σης α' και β' βαθμού (Ο.Τ.Α.), τα νομικά πρόσωπα αυ­τών και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης υποχρεούνται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να παραδώσουν σε αυτόν εντός της ανωτέρω προθε­σμίας αναλυτική κατάσταση: α) των βεβαιωμένων οφει­λών στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦ.Δ.). τον Κώδικα Είσπρα­ξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), αναλυόμενες σε κε­φάλαιο, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβο­λής, αναφέροντας και το επιτόκιο εκπρόθεσμης καταβο­λής, β) των βεβαιωμένων οφειλών προς τους Οργανι­σμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως περιγράφονται στην παρ. 2 εδάφιο β' στοιχείο β' : του άρθρου 1 του παρό­ντος νόμου, αναλυόμενες σε κεφάλαιο, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, γ) των βεβαιωμέ­νων ασφαλιστικών οφειλών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.»

Άρθρο 3 Αρμόδιο δικαστήριο - Διαδικασία
Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έ­χει την κατοικία του, άλλως τη συνήθη διαμονή του. Το αρμόδιο Ειρηνοδικείο δικάζει με τη διαδικασία της εκού­σιας δικαιοδοσίας.

Άρθρο 4 Κατάθεση αίτησης και εγγράφων

«1. Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει: α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και του συζύγου και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους , β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5° του παρόντος νόμου ή σχέδιο για την διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και την προστασία της κύρια κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου. Με κοινή από¬αση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Τουρισμού, Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που θα εκδοθεί εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης της παρούσας παραγράφου με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά.»
  1. «2. Η αίτηση της παραγράφου 1 πρέπει να συνοδεύε­ται από: α) τα έγγραφα που ο οφειλέτης έχει στη διάθε­σή του και αφορούν στην περιουσία και τα εισοδήματά του ιδίου και του συζύγου, στα κάθε φύσης εισοδήματα του, στους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, β) έγ­γραφη υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη όσον αφορά την ορθότητα του περιεχομένου της αιτήσεως της παραγρά­φου 1. Η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997 (Α' 67) εφαρμόζεται και για την υ­πεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου.»
  2. «3. Με την παραλαβή και πρωτοκόλληση της αίτησης και των εγγράφων της παραγράφου 2, η γραμματεία του ειρηνοδικείου, προβαίνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και το αργότερο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την παραλαβή της στον τυπικό έλεγχο αυτής, όσον αφορά την πληρότητα του περιεχόμενου της και των εγγράφων που τη συνοδεύουν και την καταβολή από τον αιτούντα κάθε τέλους που προβλέπεται από την κείμενη νομοθε­σία ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης. Με την κατάθεση της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας όλα τα έγ­γραφα και στοιχεία που αφορούν στην αίτησή του.»
  3. «4. Εφόσον από τον ανωτέρω έλεγχο δεν διαπιστώθη­κε οποιαδήποτε έλλειψη όσον αφορά το περιεχόμενο της αίτησης, τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα ή την κατα­βολή των απαραίτητων για τη συζήτηση της αίτησης τε­λών, όπως αυτά προσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, η αίτηση του οφειλέτη εισά­γεται άμεσα προς προσδιορισμό δικασίμου για την συζή­τηση της κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρ­θρου 13 του παρόντος νόμου. Εφόσον κατά τον ανωτέ­ρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η αίτηση, τα προσκομισθέντα έγγραφα και δικαιολογητικά δεν πληρούν τις προϋ­ποθέσεις του νόμου ή δεν είναι ακριβή και πλήρη, η γραμματεία του δικαστηρίου προσκαλεί τον αιτούντα, εί­τε εγγράφως είτε μέσω τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονι­κού ταχυδρομείου να προβεί στις αναγκαίες διευκρινί­σεις, διορθώσεις ή συμπληρώσεις της αίτησης, των δικαιολογητικών και των συνοδευτικών εγγράφων, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την λήψη της σχετικής πρόσκλησης, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας ο φάκελος της αίτησης τίθεται στο αρχείο. Η α­νωτέρω προθεσμία δύναται να παραταθεί μέχρι ένα (1) μήνα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από τις συνθήκες και το είδος των στοιχείων που πρέπει να συμπληρωθούν. Μέχρις ότου συμπληρωθούν οι ελλείψεις που επισημάνθη καν από την γραμματεία του δικαστηρίου δεν έχει ολο­κληρωθεί η διαδικασία της κατάθεσης της αίτησης και δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός δικασίμου για την συζήτησή της.»
  4. «5. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης του οφει­λέτη προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της κατάθεσής της. Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αιτήσεώς του να επιδώ­σει αντίγραφο αυτής στους πιστωτές και τους εγγυητές του. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης προσδιορίζεται επίσης η ημέρα επικύρωσης, κατά την ο­ποία είτε επικυρώνεται ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη είτε συζητείται αι εν­δεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων κατ’ εφαρμογή του άρ­θρου 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς ε­ντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης .Η ημέρα συζήτησης της αιτήσεως του άρ­θρου 5α προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός δύο (2) μη­νών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης ή της συζήτησης της α­ναστολής ή της συζήτησης της αιτήσεως του άρθρου 5α απαγορεύεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη όσον αφορά τις απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του.»
  1. «6. Από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης και εφεξής: α) ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει συμμέτρως προς τους πιστωτές του στις μηνιαίες κατα­βολές που ορίζονται στο εδάφιο γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, β) αναστέλλεται μέ­χρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως η παραγραφή των απαιτήσεων των πιστωτών που έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 και γ) επέρχεται η λύση της μέχρι τότε ισχύουσας ρύθ­μισης ή διευκόλυνσης ή τμηματικής καταβολής των ο­φειλών της παραγράφου 2 του άρθρου 1, οι οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως του οφειλέτη για την υπαγωγή στη διαδικασία του παρόντος νόμου, τελούν σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νό­μου ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματι­κής καταβολής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.
  2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Α­νταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Δια­φάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που δημοσιεύε­ται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται υ­ποδείγματα των πιστοποιητικών, δηλώσεων, καταστάσε­ων και σχεδίων διευθέτησης οφειλών που προβλέπονται στο νόμο αυτόν.

Άρθρο 5 Επίδοση της αίτησης
Ο οφειλέτης το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης επιδίδει στους πιστωτές αντίγρα­φα: α) της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτησή της, β) της κατάστασης της υπάρχουσας περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και γ) του σχεδίου διευ­θέτησης των οφειλών, με πρόσκληση να υποβάλλουν στη γραμματεία του δικαστηρίου εγγράφως τις παρατη­ρήσεις και να δηλώσουν αν συμφωνούν με το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών μέσα σε αποκλει­στική προθεσμία δύο μηνών από την υποβολή της αίτη­σης.

«2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5α του παρόντος νόμου αν δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση ο ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα επικύρωσης, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή ενός εκ των πιστωτών που αναφέρονται στην αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως για κάθε ζήτημα που χρήζει προσωρινής ρυθμίσεως σύμφωνα με τα άρθρα 745, 751 και 781 ΚΠολΔ, και ιδίως για την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλλει προς τους πιστωτές που έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση. Για τη χορήγηση της ανωτέρω προσωρινής διαταγής, ο ειρηνοδίκης πιθανολογεί μεταξύ άλλων: α) το παραδεκτό της αιτήσεως του οφειλέτη, β) την πλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, γ) την τήρηση της προδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, δ) την ανάγκη προστασίας του δικαιώματος, στην εξασφάλιση του οποίου αποβλέπει η προσωρινή διαταγή και το επείγον αυτής.

Η χρονική ισχύς της ανωτέρω προσωρινής διαταγής δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τους έξι (6) μήνες, συνυπολογιζόμενης και της περιόδου αναστολής άσκη¬σης καταδιωκτικών μέτρων, αρχομένης από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης ή εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, έως την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως του οφειλέτη, Η προσωρινή διαταγή ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο 781 ΚΠολΔ.»
«Η απόφαση περί επικύρωσης ανακαλείται ή μεταρ­ρυθμίζεται κατά το άρθρο 758 ΚΠολΔ».
«3. Το ποσό των μηνιαίων δόσεων που διατάσσονται με την προσωρινή διαταγή της παραγράφου 2 καταβάλ­λεται συμμέτρως προς τους πιστωτές, Οι μηνιαίες κατα­βολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2. Ο κα­θορισμός του ποσού των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα κάλυ­ψης ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητι­κού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω από­φαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικο­νομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, ωστόσο το ανωτέρω ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 10% των μηνιαίων δό­σεων που ο αϊτών όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι την κατάθεση της αίτησης. Κάθε ποσό που υπολείπεται μετά την αφαίρεση του ποσού που κα­λύπτει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, διανέμεται συμμέτρως στους πιστωτές. Σε κάθε περί­πτωση, το ελάχιστο συνολικό ποσό καταβολής στους δανειστές δεν μπορεί να υπολείπεται των σαράντα (40) ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση από τα οριζόμενα στα εδάφια 2, 3 και 4 επιτρέπεται μόνον εφόσον ο αϊτών πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 5 του παρό­ντος νόμου, οπότε είναι δυνατός ο προσδιορισμός της μηνιαίας δόσεως σε ποσό που υπολείπεται των ανωτέρω ορίων ή και ο ορισμός μηδενικών δόσεων.»

«4. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί την κα­ταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον ειρηνοδίκη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών (3) μηνιαίων δόσεων ετησίως, ο ει­ρηνοδίκης ή το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο δια­τάσσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής με την οποία ορίστηκε η καταβολή των δόσεων ή την ανάκληση κάθε άλλου προληπτικού ή ανασταλτικού μέτρου. Η αί­τηση του πιστωτή για την ανάκληση κατατίθεται το αρ­γότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη δημιουργία του λόγου ανάκλησης. Κάθε κλήτευση πραγματοποιείται προ δέκα (10) ημερών.»

«Άρθρο 5α Ταχεία Διευθέτηση Μικροοφειλών
  1. Εφόσον ο οφειλέτης αποδεικνύει σωρευτικώς ότι:
α) κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης και της επι­κύρωσης δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και δεν έχει προβεί σε πράξη διάθεσης ακίνητης περιου­σίας κατά την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση της αίτησης, β) τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του είτε ως δικαιούχου είτε ως συνδικαιούχου. συμπεριλαμβανο­μένων των καταθέσεων του σε πιστωτικά ιδρύματα δεν υπερβαίνουν σε αξία το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ. γ) οι οφειλές που περιλαμβάνονται στην αίτηση του κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου συνι- στούν το σύνολο των υποχρεώσεων του οφειλέτη, γ) το ύψος των υπό β' οφειλών του δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. συμπεριλαμβανομένων τόκων. εξόδων και πάσης φύσεως προσαυξήσεων δ) οι περιλαμ­βανόμενες στην αίτηση οφειλές δεν είναι εξαιρετέες α­πό το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 1, ε) δεν υπάρχουν ε- μπραγμάτως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ασφαλισμέ­νοι πιστωτές, στ) τα πάσης φύσεως εισοδήματα του ο­φειλέτη καθ' όλη τη διάρκεια του τελευταίου έτους πριν από την ημέρα της επικύρωσης είναι μηδενικά και ζ) εί­ναι συνεργάσιμος σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολο­γίας που θεσπίστηκε με Απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος - Ευρωσύστημα Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλι­στικών Θεμάτων (Β' 2289/27.8.2014), ο ειρηνοδίκης δύναται κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και εφό­σον οι δανειστές που περιλαμβάνονται στην αίτηση δεν αμφισβητούν, κατά το χρόνο της συζήτησης της αιτήσεως τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, να διατά­ξει, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιο­δοσίας, την προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη που περιλαμβάνονται στην αίτηση.
  1. «2. Η προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη κατά την α­νωτέρω παράγραφο χορηγείται για διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών. Από της εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως της παρ. 1 και για όσο χρόνο διαρκεί η προσωρινή α­παλλαγή του οφειλέτη αναστέλλονται το πάσης φύσεως ατομικά καταδιωκτικά μέτρα εναντίον του. Με την επιφύ­λαξη των διατάξεων των άρθρων 938 επ. ΑΚ περί κατα­δολίευσης δανειστών και, εφόσον κατά τη διάρκεια ι­σχύος της προσωρινής απαλλαγής δεν μεταβληθούν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, αφού παρέλθει διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών, ο οφειλέτης α­παλλάσσεται από το υπόλοιπο των χρεών του σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010. Κατά τη διάρ­κεια του ανωτέρω διαστήματος, ο οφειλέτης υποχρεούται να ενημερώνει οποτεδήποτε καταστεί αναγκαίο, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο ανά τρίμηνο, από την η­μερομηνία εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως της πα­ραγράφου 1, τη γραμματεία του ειρηνοδικείου στην ο­ποία τηρείται ο φάκελος του, για οποιαδήποτε μεταβολή της προσωπικής περιουσιακής του κατάστασης και των πάσης φύσεων εισοδημάτων του ιδίου και της οικογενείας του. Σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω υποχρέ­ωσης, ή σε περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει να ε­νημερώσει ειλικρινώς το φάκελό του σε σχέση με τα στοιχεία που αφορούν την περιουσιακή του κατάσταση και τα πάσης φύσεως εισοδήματα του ιδίου και της οικογενείας του, τότε με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του αρμοδίου ειρηνοδικείου, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο οφειλέτης κηρύσσεται έκπτωτος από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγής και αίρεται η αναστολή των ατο­μικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον του.»
  2. Σε περίπτωση μεταβολής της περιουσιακής ή εισο­δηματικής κατάστασης του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της προσωρινής απαλλαγής, είναι δυνατόν με αίτηση ο­ποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του αρμο­δίου ειρηνοδικείου, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο οφειλέτης να κηρυχθεί έκ­πτωτος από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγής και να αρθεί η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον του, εφόσον αυτό δικαιολογείται από την μετα­βολή της περιουσιακής ή εισοδηματικής του κατάστα­σης.
  3. Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, τυχόν υποβολή νέου αιτήματος από τον οφειλέτη κατά τον πα­ρόντα νόμο δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 8 παράγραφος 1 εδάφιο δ', εφόσον δεν πρόκειται για υπο­βολή νέου αιτήματος στο πλαίσιο του παρόντος άρ­θρου.»

Άρθρο 6 Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων
  1. «1. Μετά τη συζήτηση ενώπιον του ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης και, εφόσον δεν έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δι­καστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστι­κών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας που έχει ξεκινήσει κατά του οφειλέτη. Η αναστολή χο­ρηγείται για χρονικό διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, αρχομένης από την ημερομηνία ολο­κλήρωσης της υποβολής της αίτησης ή, εφόσον η συζή­τηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύ­τερο χρόνο, έως την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως εάν αυτοί έχουν εκ­κινήσει ή όχι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του οφειλέτη. Η αναστολή της εκτελεστικής δια­δικασίας διατάσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο, εφό­σον αυτό πιθανολογεί: α) την ευδοκίμηση της κύριας αί­τησης και β) την πρόκληση ουσιώδους βλάβης στα συμ­φέροντα του αιτούντος.»
  2. «2. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστι­κής εκτέλεσης, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατά­ξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της. Η ισχύς της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, αρχομένης από την ημερομηνία ολοκλήρω­σης της υποβολής της αίτησης ή, εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως του ο­φειλέτη. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέ­τρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη, σύμφωνα με την παρά­γραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. Το δικαστή­ριο διατάσσει τα ασφαλιστικά μέτρα, εφόσον πιθανολο­γεί ότι: α) η κύρια αίτηση θα ευδοκιμήσει και β) επίκειται μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της α­ξίας της, ουσιωδώς επιζήμια για τους πιστωτές.»
  3. «Οι απαιτήσεις των ιδιωτών πιστωτών που είναι εξα­σφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφει­λής.» Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τό­κους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποί­ησης της αίτησης αξία τους.
  4. Σε περίπτωση οφειλής από στεγαστικό δάνειο το δι­καστήριο της παραγράφου 1 μπορεί, λαμβάνοντας υπό­ψη τις δυνατότητες που επιτρέπει το εισόδημα του οφει­λέτη, να χορηγήσει την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων για την οφειλή αυτή με ή χωρίς τον όρο της κα­ταβολής εκ μέρους του οφειλέτη όλου ή μέρους του πο­σού που αντιστοιχεί στην ενήμερη τοκοχρεολυτική δόση που θα όφειλε να καταβάλλει από το χρονικό σημείο της δημοσίευσης της απόφασης και μέχρι την έκδοση οριστι­κής απόφασης, αν η σύμβαση δανείου δεν είχε καταγ­γελθεί ή δεν εμφάνιζε ληξιπρόθεσμες οφειλές.

Άρθρο 7 Δικαστικός συμβιβασμός
  1. Μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε ημε­ρών που αρχίζει με την πάροδο δύο μηνών από την υπο­βολή της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, ο οφειλέτης, λαμβάνοντας υπόψη τις πα­ρατηρήσεις των πιστωτών, μπορεί να επιφέρει μεταβο­λές στο αρχικό σχέδιο διευθέτησης, προκειμένου να επι­τευχθεί συμφωνία όλων των πιστωτών. Οι πιστωτές ενη­μερώνονται με δική τους επιμέλεια για τις παραπάνω με­ταβολές και λαμβάνουν θέση εγγράφως για το αναμορ­φωμένο σχέδιο μέσα σε είκοσι ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής τροποποιημένου σχεδίου. Τροπο­ποίηση του σχεδίου μπορεί να λάβει χώρα μόνο μία φορά.
  2. Αν κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφει­λών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, θεωρείται ότι ο συμβιβασμός έχει γίνει αποδεκτός. Ο Ειρηνοδίκης με α­πόφασή του επικυρώνει το σχέδιο, το οποίο αποκτά πλέ­ον ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η αίτηση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές θεωρείται ότι ανακλήθηκε.
  3. Αν συγκατατίθενται στο σχέδιο πιστωτές με απαιτή­σεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κά­θε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλιζόμενες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτή­σεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών α­παιτήσεων, το δικαστήριο, μετά από αίτηση του οφειλέτη ή οποιουδήποτε από τους πιστωτές που υποβάλλεται εγγράφως μέχρι τη συζήτηση, υποκαθιστά την έλλειψη συ­γκατάθεσης των πιστωτών που αντιτίθενται καταχρηστι­κά στο συμβιβασμό. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι επήλθε ο συμβιβασμός και ότι ανακλήθηκε η αίτηση για την απαλλαγή από τα χρέη.
  4. Δεν επιτρέπεται υποκατάσταση της συγκατάθεσης πιστωτή όταν:
α) η απαίτηση του πιστωτή που αντιτίθεται δεν ικανο­ποιείται σε ανάλογο, σε σχέση με τους άλλους πιστω­τές, βαθμό ή β) σε περίπτωση εφαρμογής του σχεδίου, ο πιστωτής που αντιτίθεται αποδεικνύει ότι θα περιέλθει σε δυσμενέστερη οικονομικά θέση από αυτήν στην ο­ποία θα περιερχόταν, αν συνεχιζόταν η διαδικασία απαλ­λαγής του οφειλέτη από τις οφειλές ή γ) αμφισβητείται απαίτηση από οφειλέτη ή οποιονδήποτε πιστωτή.
  1. Αν δεν ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης των οφει­λών απαίτηση ανέγγυου πιστωτή, στον οποίο επιδόθη­καν η αίτηση και το σχέδιο, η απαίτηση αποσβέννυται, αν ο πιστωτής δεν λάβει εγγράφως θέση επί του σχεδίου μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5.
  2. Οι πιστωτές δεν αποκτούν απαίτηση κατά του οφει­λέτη για τα έξοδα και τις δαπάνες που δημιουργούνται από τη διαδικασία και το σχέδιο διευθέτησης οφειλών.

Άρθρο 8 Δικαστική ρύθμιση χρεών
  1. Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του προη­γούμενου άρθρου ή αν εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών και δεν υποκαθί­στανται αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγού­μενο άρθρο, το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμ­φισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋ­ποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Η απόφαση εκδίδεται κατά προτεραιότητα. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση του οφειλέτη δεν μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση πριν από την πάροδο ενός έτους.
  2. «Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι ε­παρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που α­παιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίω­σης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ι­διωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζο­νται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστι­κή Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δα­πάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέ­τη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διά­στημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστω­τών, συμμέτρως διανεμόμενου.»
Με την απόφαση μπορεί να οριστεί ότι το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται ανά διαστήματα που ορίζονται σε αυ­τή με βάση αντικειμενικό δείκτη αναφοράς. Η καταβολή του ποσού γίνεται απευθείας στους πιστωτές, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το δικαστήριο. Σε περίπτωση που κα­τά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν στον οφειλέτη περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, ο οφειλέ­της υποχρεούται να διαθέσει για την ικανοποίηση των πι­στωτών το ήμισυ της αξίας αυτών. Σε περίπτωση που αμ­φισβητούμενη απαίτηση, η οποία έχει ενταχθεί στη ρύθ­μιση απορριφθεί τελεσίδικα, οι λοιποί πιστωτές υποκαθί­στανται στη θέση του πιστωτή της αμφισβητούμενης α­παίτησης και έχουν από αυτόν αξίωση καταβολής στην αναλογία που αντιστοιχεί στον καθένα του ποσού που εισέπραξε εξαιτίας της ένταξης της απαίτησης στη ρύθ­μιση. Σε περίπτωση που δεν ενταχθεί στη ρύθμιση αμφι­σβητούμενη απαίτηση, η ύπαρξη της οποίας επαληθευτεί ακολούθως με τελεσίδικη απόφαση, ο πιστωτής υποκαθί­σταται κατά την αναλογία της απαίτησής του στις θέσεις των υπολοίπων πιστωτών για τα ποσά που αναλογούν στην απαίτησή του και έχει από αυτούς αξίωση καταβο­λής των ποσών που εισέπραξαν εξαιτίας της μη ένταξης της απαίτησής του στις υπό ρύθμιση οφειλές. Το δικα­στήριο μπορεί να διατάξει την κατάθεση στο Ταμείο Πα­ρακαταθηκών και Δανείων των χρηματικών διανομών που αντιστοιχούν σε αμφισβητούμενη απαίτηση που έχει ενταχθεί σε ρύθμιση μέχρι την επαλήθευσή της με τελε­σίδικη δικαστική απόφαση.
  1. Ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλληλη εργασία ή, αν δεν εργάζεται, να καταβά­λει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης ερ­γασίας. Η προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας τεκμαίρεται εφόσον ο οφειλέτης έχει εγγράφει στο Μητρώο Ανέρ­γων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμι­κού ή έχει κάρτα ανεργίας και δεν έχει αποκρούσει αδι­καιολόγητα πρόταση από τον Οργανισμό για ανάληψη εργασίας. Οφείλει επίσης να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή εργασίας, αλλαγή εργοδότη, καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων του ή των περιου­σιακών του στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4.
  2. Με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, που επιδίδεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της στο αρμόδιο δι­καστήριο, μπορεί να τροποποιείται η ρύθμιση οφειλών της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών, όταν τούτο δικαιολο­γείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του ο­φειλέτη.
Η ισχύς της απόφασης που τροποποιεί τη ρύθμιση μπορεί να ανατρέχει στο χρόνο υποβολής της αίτησης τροποποίησης. Σε περίπτωση καταβολής από τον οφει­λέτη σε πιστωτές μεγαλύτερου ποσού από αυτό που έ­χει οριστεί από το δικαστήριο σύμφωνα με την παράγρα­φο 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να ικανοποιήσει συμμέτρως όλους τους πιστωτές.
  1. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστά­σεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφει­λέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του ο­φειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μι­κρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μή­νες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.
  2. Η απόφαση που ορίζει μηνιαίες καταβολές είναι α­μέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστο­λή της. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται.

Αρθρο 9 Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας - Προστασία κύριας κατοικίας
  1. «1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκ­ποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποί­ηση των πιστωτών ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερό­ντων των πιστωτών ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πι­στωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του ΚΠολΔ. Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιο­ρίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφει­λέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της και η διανομή του προϊόντος της εκποίησης στους πιστωτές. Οι διατά­ξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζο­νται αναλόγως και στον εκκαθαριστή. Από τη ρευστοποι­ήσιμη περιουσία του οφειλέτη, εξαιρούνται τα πράγματα που ορίζονται ως ακατάσχετα, σε εφαρμογή των διατά­ξεων του άρθρου 953 του ΚΠολΔ. Όλη η περιουσία του οφειλέτη που δεν εξαιρείται από την κατάσχεση κατά το άρθρο 953 ΚΠολΔ θα κατάσχεται και θα εκποιείται με σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ.»
  1. «Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018 ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης και σχέδιο διευθέτησης οφειλών ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφά­λεια ακίνητο, εφόσον, στο πρόσωπο του οφειλέτη, πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) το συγκε­κριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα δεν υπερ­βαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του παρόντος, προσαυξημένες κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%), γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκα­τόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ για τον άγαμο ο­φειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες ευρώ (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέ­κνα και δ) ο οφειλέτης είναι συνεργάσιμος δανειολή­πτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται. Το σχέδιο διευθέτησης οφειλών θα προβλέπει ότι ο οφειλέτης θα καταβάλλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και ότι καταβάλλει ποσό τέτοιο ώστε οι πιστωτές του δεν θα βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυ­τήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστι­κής εκτέλεσης.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία θα εκδοθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και τον προσδιο­ρισμό του ποσού το οποίο θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και για τον προσδιορισμό της ενδεχόμενης ζημίας των πιστωτών.

Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018, στις περιπτώσεις κα­τά τις οποίες στο πρόσωπο του οφειλέτη πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) το συγκεκριμένο α­κίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα υπολείπεται ή εί­ναι ίσο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του παρό­ντος, γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας του κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία τέκνα, δ) είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται και ε) βρίσκεται σε πραγματική αδυναμία πληρωμής των μηνι­αίων καταβολών, όπως αυτές ορίζονται στο σχέδιο διευ­θέτησης οφειλών της προηγούμενης παραγράφου, δια­σφαλίζεται, ότι οι πιστωτές δεν θα βρεθούν, χωρίς τη συ­ναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, με τον ακόλουθο τρόπο. Ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει αίτηση στο Ελληνικό Δημόσιο για τη με­ρική κάλυψη του ποσού της μηνιαίας καταβολής του σχεδίου διευθέτησης οφειλών του παρόντος άρθρου, το οποίο ορίζει η δικαστική απόφαση. Ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπλη­ρωμής του και σε κάθε περίπτωση υποχρεούται στην κα­ταβολή ελάχιστης συνεισφοράς. Η συνεισφορά του Ελ­ληνικού Δημοσίου στο παραπάνω σχέδιο διευθέτησης ο­φειλών δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τα τρία (3) έτη, και καταβάλλεται στους πιστωτές, υπό την προϋπό­θεση ότι ο οφειλέτης παραμένει συνεπής στην καταβολή της ελάχιστης συνεισφοράς. Με απόφαση των Υπουρ­γών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Οικονομι­κών, η οποία θα εκδοθεί έως 31 Δεκεμβρίου 2015, καθο­ρίζονται τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συ­νεισφοράς του Δημοσίου, της ελάχιστης συνεισφοράς του οφειλέτη, καθώς και οι ειδικότεροι όροι και προϋπο­θέσεις για την εφαρμογή της παρούσας. Μέχρι 31 Δε­κεμβρίου 2016 το Δημόσιο έχει τη δυνατότητα να προβεί σε μερική κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του ποσού που καταβάλλει ο οφειλέτης, που πληροί τις παραπάνω προ­ϋποθέσεις και του ποσού που ορίζεται στο σχέδιο διευ­θέτησης οφειλών. Στην περίπτωση αυτή το σχέδιο διευ­θέτησης οφειλών θεωρείται ότι εξυπηρετείται και οποιο­δήποτε μη καταβληθέν ποσό κεφαλαιοποιείται στο υπολειπόμενο ποσό του σχεδίου διευθέτησης οφειλών.

Οι όροι και προϋποθέσεις της εξόφλησης της οφειλής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο στους πιστωτές για το 2015 ορίζονται ομοίως με την ανωτέρω απόφαση των Υ­πουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Οι­κονομικών.

Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο ε­πιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπε­ζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο α­ναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτω­ση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίο­δο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, και χωρίς ανατοκισμό. Γ ια τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλη­σης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπό­ψη το συνολικό ύψος της οφειλής και η οικονομική δυνα­τότητα του οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπο­ρεί να υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πι­στώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι (20) ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει με­γαλύτερη διάρκεια η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε (35) έτη. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικα­νοποιούνται από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο κατά αναλογική εφαρμογή των άρθρων 974 επ. ΚΠολΔ.
Αν κατά τη διάρκεια της αποπληρωμής του σχεδίου δι­ευθέτησης οφειλών, ο οφειλέτης πωλήσει την κύρια κα­τοικία του και το τίμημα από την πώληση υπερβαίνει το ποσό της διευθετημένης δανειακής οφειλής, όπως αυτή καθορίζεται από τη δικαστική απόφαση, για την οποία έ­χει εγγράφει προσημείωση ή υποθήκη στην κύρια κατοι­κία, τότε το ήμισυ της διαφοράς κατανέμεται υπέρ των ενέγγυων και προνομιούχων πιστωτών. Σε κάθε περί­πτωση το ποσό το οποίο λαμβάνει ο κάθε πιστωτής από την παραπάνω κατανομή, δεν μπορεί να είναι ανώτερο του ποσού που θα λάμβανε δυνάμει του σχεδίου διευθέ­τησης οφειλών.

Η έναρξη ισχύος του παρούσας παραγράφου ορίζεται από 1 Ιανουαρίου 2016.»
  1. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου αυ­τής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες ανα­γκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδι­κής κατοικίας του. Καταγγελία της ρύθμισης της παρα­γράφου 2 επιτρέπεται εφόσον ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή τεσσάρων διαδοχικών μηνιαίων δόσεων ετησίως ή καθυστερεί την καταβολή δόσεων της ρύθμισης, έτσι το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέ­ρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τεσσάρων (4) μηνιαίων δόσεων ετησίως. Για τον υπολογισμό του έ­τους στο προηγούμενο εδάφιο λαμβάνεται ως αφετηρία ο χρόνος έκδοσης της αποφάσεως που διατάσσει την καταβολή των δόσεων κατά το παρόν άρθρο. Αν ο οφει­λέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο, τότε οι διατάξεις της παρούσας παρα­γράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία. Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ’ αυτών.
Εφόσον οι μηνιαίες καταβολές της παραγράφου 2 του άρθρου 8 πραγματοποιούνται πριν τη διανομή του τι­μήματος από την πώληση του ακινήτου, οι προνομιούχοι ή ενυπόθηκοι δανειστές συντρέχουν σε αυτές στο σύνο­λο των απαιτήσεων τους, εφαρμοζομένων των διατάξε­ων των άρθρων 159 και 160 του Πτωχευτικού Κώδικα ως ισχύει. (Αρθρο 158 Εάν πριν τη διανομή του τιμήματος των ακινήτων πραγματοποιηθούν χρηματικές διανομές από τα κινητά ή ποσότητα χρημάτων, οι προνομιούχοι ή ενυπόθηκοι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις έχουν επαληθευθεί, συντρέχουν σ' αυτές στο σύνολο των πιστωμάτων τους, οπότε όμως επέρχονται οι συνέπειες των επόμενων άρθρων.
Αρθρο 159 Εάν οι γενικοί προνομιούχοι ή οι ενυπόθηκοι πιστωτές καταταγούν στο τίμημα των ακινήτων για το σύνολο των πιστώσεών τους, το οποίο και θα εισπράξουν, η ανέγγυα ομάδα υποκαθίσταται στη θέση τους κατά τα ποσά, που αυτοί θα έχουν τυχόν εισπράξει κατά το άρθρο 158.
Αρθρο 160 1. Εάν οι γενικοί προνομιούχοι ή οι ενυπόθηκοι πιστωτές καταταγούν στο τίμημα των ακινήτων για μέρος μόνον των απαιτήσεων τους, για το υπόλοιπο κατατάσσονται ως ανέγγυοι με τους λοιπούς πιστωτές.
2. Σε περίπτωση που οι γενικοί προνομιούχοι ή οι ενυπόθηκοι πιστωτές έχουν εισπράξει, κατά το άρθρο 158, περισσότερα από την οριστική τους αναλογία κατά το παρόν άρθρο, οι ανέγγυοι πιστωτές υποκαθίστανται στη θέση τους για το επιπλέον της οριστικής τους αναλογίας εισπραχθέν ποσόν. 3. Όσοι από τους γενικούς προνομιούχους ή ενυπόθηκους πιστωτές δεν καταταγούν επωφελώς στο τίμημα, θεωρούνται ανέγγυοι πιστωτές)
  1. Σε περίπτωση που οι, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, πραγματοποιηθείσες καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την ορι­στική απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 8 παρά­γραφος 2 ή 9 παράγραφος 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται. Το ποσό που προκύπτει αποπληρώνεται εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 2 με επιτό­κιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.»

Άρθρο 10 Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης
  1. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλι­κρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήμα- τά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υπο­βολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την ο­ποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτησή του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλα­ξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρ­θρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την α­παλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί. Η αίτηση αυτή μπο­ρεί να υποβληθεί μέχρι και δύο έτη μετά την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη από οφειλές του. Πριν από την πάροδο δύο ετών από την απόρριψη, για την αιτία αυτή, αίτησης του οφειλέτη ή την έκπτωσή του είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης.
  2. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιτρέπει στους πι­στωτές την πρόσβαση σε στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομική του κατάσταση και τα τρέχοντα εισοδήματά του. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βα­ριά αμέλεια μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρει την απόρριψη της αίτησης για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή.
  3. Ύστερα από αίτηση πιστωτή στον οποίο έχει γίνει η επίδοση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρ­θρου 5 και η οποία διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου Ει­σαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμό­διος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάστα­ση και τα εισοδήματα του οφειλέτη.
  4. «4. Ο οφειλέτης υποχρεούται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του παρόντος νόμου, όπως επίσης, και κατά τη διάρκεια αποπληρωμής του σχεδίου διευθέτησης ο­φειλών να επιδεικνύει τη συμπεριφορά συνεργάσιμου δανειολήπτη υπό την έννοια της Απόφασης της Τράπε­ζας της Ελλάδος, Ευρωσύστημα Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ 2287/27.8.2014) σε σχέση με τους συνεργάσιμους δανειολήπτες.»

Άρθρο 11 Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών
  1. Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρε­ώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην πα­ράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Το δικαστήριο με αίτηση του οφει­λέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την α­παλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών.
  2. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί την εκ­πλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση μετά από αίτηση θιγόμενου πιστωτή που κατατί­θεται το αργότερο μέσα σε τέσσερις μήνες από τη δημι­ουργία του λόγου έκπτωσης. Κάθε κλήτευση πραγματο­ποιείται πριν δεκαπέντε ημέρες.
  3. Σε περίπτωση που δεν ευοδωθεί η απαλλαγή από τις οφειλές με τη διαδικασία του παρόντος νόμου, οι απαι­τήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση της παρα­γράφου 1 του άρθρου 4. Για τον προσδιορισμό του ύ­ψους των απαιτήσεων αποκλείεται, εφόσον είχε γίνει δεκτή η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, ο ανατοκισμός από την κοινοποίηση της αίτησης αυτής στους πιστωτές και αφαιρούνται τα ποσά που έχουν καταβλη­θεί από τον οφειλέτη.
Άρθρο 12 Δικαιώματα ενέγγυων πιστωτών και έναντι εγγυητών
Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή.
Άρθρο 13 Τήρηση Αρχείου Αιτήσεων
  1. Στη Γραμματεία κάθε Ειρηνοδικείου τηρείται αλφα­βητικό αρχείο των προσώπων που έχουν υποβάλει την αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, στο οποίο εγ­γράφονται τα ονόματα των αιτσύντων, η πορεία των αιτήσεών τους και οι αποφάσεις που εκδίδονται. Στο Ειρη­νοδικείο Αθηνών τηρείται Γενικό Αρχείο, στο οποίο κα­ταχωρίζονται τα πιο πάνω στοιχεία για ολόκληρη τη χώ­ρα. Από το αρχείο διαγράφονται ένα έτος μετά την υπο­βολή των αιτήσεων όλα τα στοιχεία που τηρούνται γι’ αυτές, εφόσον οι αιτήσεις απορριφθούν αμετάκλητα, α­νακληθούν ή καταλήξουν σε δικαστικό συμβιβασμό σύμ­φωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του παρόντος. Πρόσβαση σε πληροφορίες του αρχείου μπορεί να έχει κάθε ενδιαφερόμενος. Μετά την πάροδο πενταετίας από την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 11 πρόσβαση σε στοιχεία του οφειλέτη στο αρχείο επιτρέπεται μόνο για τον έλεγχο της συνδρομής της προϋπόθεσης της παραγράφου 3 του άρθρου 1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την τήρηση των αρχείων και την πρόσβαση σε αυτά.
  2. Πριν από τη συζήτηση αίτησης οφειλέτη που υπο­βάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος το Ειρηνοδικείο ελέγχει αυτεπαγγέλτως στο παραπάνω αρχείο αν εκκρεμεί αίτηση για τον οφει­λέτη αυτόν και αν έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές του.
  3. «3. Στα Ειρηνοδικεία της Επικράτειας αναπτύσσεται και τηρείται Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (Ο.Π.Σ.) Αιτήσεων και φακέλων, στο οποίο καταγράφο­νται όλα τα στοιχεία των αιτήσεων και η πορεία των υπο­θέσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφανειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες ανάπτυξης και λειτουργίας του Ο.Π.Σ.. »
  4. «4. Με ευθύνη και πρωτοβουλία της Γραμματείας των Ειρηνοδικείων τόσον οι ήδη εκκρεμείς αιτήσεις του πα­ρόντος νόμου όσο και οι αιτήσεις που υποβάλλονται με­τά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κατηγοριο­ποιούνται ανάλογα με: α) το ύψος των οφειλών και β) το ύψος της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέ­τη. Οι σημαντικότερες με βάση τα ανωτέρω κριτήρια αι­τήσεις προσδιορίζονται κατά προτεραιότητα όσον αφο­ρά τη συζήτησή τους. Με απόφαση του Υπουργού Δικαι­οσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθο­ρίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας πα­ραγράφου.»
Άρθρο 14 Ένδικα μέσα
Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Άρθρο 15 Αναλογική εφαρμογή διατάξεων
Για τη ρύθμιση και απαλλαγή χρεών φυσικών προσώ­πων εφαρμόζονται, όπου επιβάλλεται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.




Άρθρο 2 Μεταβατικές διατάξεις (Ν. Ν4336/2015)
  1. «Οι οφειλέτες των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμεί κα­τά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου υποχρεούνται εντός έξι (6) μηνών από της ενάρξεως της ι­σχύος του παρόντος νόμου και εφόσον μέχρι τότε δεν έ­χει λάβει χώρα συζήτηση της αιτήσεώς τους, να υποβά­λουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου όπου τηρείται ο φάκελος της αιτήσεώς τους, επικαιροποιημένα τα στοι­χεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρ­θρου 4 του ν. 3869/2010. Η παράλειψη του οφειλέτη να ενημερώσει τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου θεωρεί­ται παράβαση καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 του ν. 3869/2010.»
  2. Εφόσον στο πλαίσιο της εκκρεμούσας αιτήσεως έ­χει εκδοθεί προσωρινή διαταγή, σύμφωνα με τις διατά­ξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 ή απόφαση ασφα­λιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των παρα­γράφων 1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010, η οποία εξακολουθεί μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 1, καθένας από τους διαδίκους έχει δικαίω­μα να ζητήσει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της υφιστά­μενης προσωρινής διαταγής ή απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον τούτο δικαιολογείται με βάση τα επικαιροποιημένα στοιχεία που κατέθεσε το οφειλέτης.
  1. Οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλει αιτήσεις υπα­γωγής στις διατάξεις της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4, οι υποθέσεις των οποίων δεν έχουν συζητηθεί ή για τις οποίες δεν έχει επέλθει συμβιβασμός με τους πιστω­τές τους, δύνανται να επανυποβάλλουν αιτήσεις προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του ν. 3869/2010, ό­πως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρ­θρο 1 του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση των Υ­πουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπί­νων Δικαιωμάτων, που θα εκδοθεί εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσδιορίζο­νται ο τύπος της αίτησης της παραγράφου 2 του άρθρου του ν. 3869/2010 με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικό έγγραφα και δικαιολογητικά.
  1. Εντός τεσσάρων (4) μηνών από της ενάρξεως της ι­σχύος του παρόντος νόμου, κάθε διάδικος δύναται να ζητήσει με κλήση, ατελώς, να επαναπροσδιοριστεί υπό­θεση που είχε προσδιοριστεί πέραν της τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, σε συντομό­τερη δικάσιμο. Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθε­σμίας, επαναπροσδιορίζεται αυτεπαγγέλτως εντός τριε­τίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου το σύνολο των υποθέσεων, οι οποίες έχουν ήδη προσ­διοριστεί πέραν της τριετίας, αρχίζοντας από αυτές που έχουν προσδιοριστεί συντομότερα με προτίμηση στις σημαντικότερες, σύμφωνα με την παράγραφο 6, υποθέ­σεις. Ο ορισμός συντομότερης δικασίμου γίνεται ατελώς για τον αιτούντα. Η πράξη προσδιορισμού δικασίμου κοι­νοποιείται είτε με επίδοση από δικαστικό επιμελητή είτε με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, ιδίως τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονική αλληλογραφία στον πληρεξούσιο δικηγόρο ή στον διάδικο. Η γραμματεία του δικαστηρίου υποχρεούται να αναρτά κάθε μήνα σε πίνακα ανακοινώσεων έγ­γραφο, από το οποίο προκύπτουν οι επαναπροσδιοριζό­μενες υποθέσεις, καθώς και η αρχική και η νεότερη δικά­σιμος. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφά­νειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λε­πτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.
  2. Οι διατάξεις του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑ­ΡΑΓΡΑΦΟΥ Α 4 καταλαμβάνουν τις αιτήσεις που υπο­βάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του.
  3. Έως την έκδοση της απόφασης του δευτέρου εδα­φίου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αντικαθίσταται από την παράγραφο 18 του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α4, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρα­γράφου 2 του καταργούμενου άρθρου.

Άρθρο 3 Τροποποίηση του «Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών» (Ν. Ν4336/2015)
Στο άρθρο 4 του ν. 1755/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών» προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής: «7. Στα Ειρηνοδικεία, στο οποία λειτουργούν τμήματα, μπορεί να συνιστώνται, με απόφαση του τριμελούς συμ­βουλίου διεύθυνσης ή του προϊσταμένου του δικαστηρί­ου, ειδικό ή ειδικά τμήματα εκδίκασης των υποθέσεων του ν. 3859/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμέ­νων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», τα οποία στελεχώνονται με δικαστές σε ποσοστό ανάλογο του ποσοστού των σχετικών υποθέσεων που εκκρεμούν σε κάθε δικαστήριο. Έως το τέλος του δικαστικού έτους, κατά το οποίο εκδίδεται η παραπάνω απόφαση, η Ολομέ­λεια του οικείου δικαστηρίου τροποποιεί αναλόγως τον κανονισμό του, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παρα­γράφου 7 του άρθρου 14 του παρόντος. Στην περίπτωση που δεν εγκριθεί τροποποίηση του κανονισμού, τα ειδικά τμήματα παύουν να λειτουργούν από το επόμενο δικα­στικό έτος.»

Άρθρο 4 (Ν. Ν4336/2015)
  1. Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών αυξάνεται από τη δημοσίευση του νόμου αυτού κατά ε­κατόν σαράντα (140) και ορίζεται συνολικά σε 916
  2. Οι οργανικές θέσεις που συστήθηκαν με την προη­γούμενη παράγραφο κατανέμονται στα Ειρηνοδικεία του Κράτους ως εξής:…………………
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αθηνών α. Ειρηνοδικείο Αθηνών: 31
β. Ειρηνοδικείο Καλλιθέας: 5 γ. Ειρηνοδικείο Ν Ιωνίας: 3 δ. Ειρηνοδικείο Περιστεριού: 3 ε. Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου: 2 στ. Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου: 2 ζ. Ειρηνοδικείο Αχαρνών: 6 η. Ειρηνοδικείο Κρωπίας: 3 θ. Ειρηνοδικείο Ελευσίνας: 2 ι. Ειρηνοδικείο Μεγάρων: 2 ια. Ειρηνοδικείο Μαραθώνα: 1 ιβ. Ειρηνοδικείο Ιλίου: 5 ιγ Ειρηνοδικείο Λαυρίου: 1
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ειρηνοδικείο Χαλκίδας: 2
  2. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Θηβών Ειρηνοδικείο Θηβών: 1
  3. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λαμίας Ειρηνοδικείο Λαμίας: 2
  4. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λιβαδειάς Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς: 1
  5. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Πειραιά α. Ειρηνοδικείο Πειραιά: 2
β. Ειρηνοδικείο Σαλαμίνας: 3 γ. Ειρηνοδικείο Νίκαιας: 5
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κατερίνης Ειρηνοδικείο Πιερίας: 1
  2. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Γιαννιτσών
Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών: 1
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Σερρών Ειρηνοδικείο Σερρών: 1
  2. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κέρκυρας Ειρηνοδικείο Κέρκυρας: 1
  3. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης: 1
  4. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Δράμας Ειρηνοδικείο Δράμας: 1
  5. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Καβάλας Ειρηνοδικείο Καβάλας: 1
  6. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων: 2
  7.  Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αρτας Ειρηνοδικείο Αρτας: 1
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ρόδου Ειρηνοδικείο Ρόδου: 1
  2. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Χανιών Ειρηνοδικείο Χανίων: 2
  3. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ρεθύμνης Ειρηνοδικείο Ρεθύμνης: 1
  4. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ειρηνοδικείο Ηρακλείου: 3
  5. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λασιθίου Ειρηνοδικείο Λασιθίου: 1
  6. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κοζάνης Ειρηνοδικείο Κοζάνης: 1
  7. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λάρισας Ειρηνοδικείο Λάρισας: 1
  8. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Τρικάλων Ειρηνοδικείο Τρικάλων: 1
  9. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Βόλου Ειρηνοδικείο Βόλου: 2
  10. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κορίνθου Ειρηνοδικείο Κορίνθου: 5
  11. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Καλαμάτας Ειρηνοδικείο Καλαμάτας: 1
  12. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Πατρών Ειρηνοδικείο Πατρών: 9
  13. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ηλείας Ειρηνοδικείο Πύργου: 1
  14. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ζακύνθου Ειρηνοδικείο Ζακύνθου: 1
  15. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αγρίνιου Ειρηνοδικείο Αγρίνιου: 1
  16. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Μεσολογγίου Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου: 1
  17. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης: 16.
  1. Οι θέσεις Ειρηνοδικών Δ τάξεως που προκηρύχθη­καν με την υπ' αριθμ, 104572/2014 απόφαση του Υπουρ­γού Δικαιοσύνης αυξάνονται κατά 140 και ορίζονται σε 194.
  2. Στον τομέα υπαλλήλων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών συνιστώνται 77 θέσεις Δι­καστικών υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Γραμματέων, 34 θέσεις του Κλάδου ΠΕ Πληροφορικής 45 θέσεις του Κλάδου ΤΕ Γραμματέων. 10 θέσεις του Κλάδου ΤΕ Πλη­ροφορικής και 24 Θέσεις του κλάδου ΥΕ Επιμελητών Δι­καστηρίων που κατανέμονται στα ακόλουθα Ειρηνοδι­κεία:
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αθηνών α. Ειρηνοδικείο Αθηνών: 46
ΠΕ Γραμματέων. 15 ΠΕ Πληροφορικής: 4. ΤΕ Γραμμα­τέων 18. ΤΕ Πληροφορικής 3, ΥΕ Επιμελητών Δικαστη­ρίων: 6
β. Ειρηνοδικείο Καλλιθέας: 7
ΠΕ Γραμματέων 3. ΠΕ Πληροφορικής 2, ΤΕ Γραμματέ­ων. 1. ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων: 1 γ. Ειρηνοδικείο Ν Ιωνίας: 4
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμμα­τέων: 1. ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων. 1 δ. Ειρηνοδικείο Περιστεριού: 4 ΠΕ Γραμματέων. 1. ΠΕ Πληροφορικής 1, ΤΕ Γραμματέ­ων: 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων 1 ε ε. Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου: 3
ΠΕ Γραμματέων: 1. ΠΕ Πληροφορικής: 1. ΤΕ Γραμμα­τέων; 1, στ. Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου 3 ΠΕ Γραμματέων: 1. ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμμα­τέων 1, ζ. Ειρηνοδικείο Αχαρνών 9
ΠΕ Γραμματέων. 3, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμμα­τέων 2. ΤΕ Πληροφορικής: 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστη­ρίων: 2 η. Ειρηνοδικείο Κρωπίας. 4
ΠΕ Γραμματέων 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1. ΤΕ Γραμματέ­ων 1 ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων 1 θ. Ειρηνοδικείο Ελευσίνας. 3
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής. 1, ΤΕ Γραμμα­τέων: 1. ι. Ειρηνοδικείο Μεγάρων. 3
ΠΕ Γραμματέων 1. ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμματέ­ων 1
ια. Ειρηνοδικείο Μαραθώνα: 1 ΠΕ Γρα μματέων: 1, ιβ. Ειρηνοδικείο Ιλίου. 7
ΠΕ Γραμματέων: 2. ΠΞ Πληροφορικής: 2, ΤΕ Γραμμα­τέων 1 ΤΕ Πληροφορικής. 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστη­ρίων 1
ιγ. Ειρηνοδικείο Λαυρίου 1 ΠΕ Γραμματέων 1.
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ειρηνοδικείο Χαλκίδας 3
ΠΕ Γραμματέων. 1. ΠΕ Πληροφορικής. 1. ΤΕ Γραμμα­τέων: 1
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Θηβών Ειρηνοδικείο Θηβών. 1
ΠΕ Γραμματέων: 1.
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λαμίας Ειρηνοδικείο Λαμίας: 3
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1. ΤΕ Γραμμα­τέων. 1.
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λιβαδειάς Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς: 1
ΠΕ Γραμματέων. 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Πειραιά α. Ειρηνοδικείο Πειραιά: 3
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμμα­τέων 1, β. Ειρηνοδικείο Σαλαμίνας: 4
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμμα­τέων 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων 1 γ. Ειρηνοδικείο Νίκαιας: 7
ΠΕ Γραμματέων: 2, ΠΕ Πληροφορικής: 2. ΤΕ Γραμμα­τέων. 1, ΤΕ Πληροφορικής: 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστη­ρίων 1
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κατερίνης Ειρηνοδικείο Πιερίας: 1
ΠΕ Γραμμ ατέων. 1
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Γιαννιτσών Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Σερρών Ειρηνοδικείο Σερρών: 1
ΠΕ Γραμμ ατέων. 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κέρκυρας Ειρηνοδικείο Κέρκυρας: 1
ΠΕ Γραμματέων 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης: 1
ΠΕ Γ ρα μμ ατέων. 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Δράμας Ειρηνοδικείο Δράμας. 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Καβάλας Ειρηνοδικείο Καβάλας: 1
ΠΕ Γραμματέων 1.
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων: 3
ΠΕ Γρα μματέων' 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γρα μμα- τέων 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αρτας Ειρηνοδικείο Αρτας 1
ΠΕ Γραμματέων 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ρόδου Ειρηνοδικείο Ρόδου 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Χανιών Ειρηνοδικείο Χανιών: 3
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1. ΤΕ Γραμμα­τέων: 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ρεθύμνης Ειρηνοδικείο Ρεθύμνης 1
ΠΕ Γραμμ ατέων. 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ειρηνοδικείο Ηρακλείου 4
ΠΕ Γραμματέων: 1. ΠΕ Πληροφορικής 1, ΤΕ Γραμματέ­ων: 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λασιθίου Ειρηνοδικείο Λασιθίου. 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κοζάνης Ειρηνοδικείο Κοζάνης: 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λάρισας Ειρηνοδικείο Λάρισας: 1
ΠΕ Γραμμ ατέων. 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Τρικάλων Ειρηνοδικείο Τρικάλων: 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Βόλου Ειρηνοδικείο Βόλου: 3
ΠΕ Γραμματέων; 1, ΠΕ Πληροφορικής; 1, ΤΕ Γραμμα­τέων: 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κορίνθου Ειρηνοδικείο Κορίνθου: 7
ΠΕ Γραμματέων: 2, ΠΕ Πληροφορικής: 2. ΤΕ Γραμμα­τέων: 1. ΤΕ Πληροφορικής. 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστη­ρίων: 1
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Καλαμάτας Ειρηνοδικείο Καλαμάτας; 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Πατρών
Ειρηνοδικείο Πατρών 12
ΠΕ Γρα μματέων: 4, ΠΕ Πληροφορικής: 2, ΤΕ Γραμμα­τέων. 2, ΤΕ Πληροφορικής 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστη­ρίων: 3
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ηλείας Ειρηνοδικείο Πύργου: 1
ΠΕ Γραμματέων. 1.
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ζακύνθου Ειρηνοδικείο Ζακύνθου: 1
ΠΕ Γραμματέων. 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αγρίνιου Ειρηνοδικείο Αγρίνιου 1
ΠΕ Γραμματέων 1,
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Μεσολογγίου Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου 1
ΠΕ Γραμματέων: 1.
  1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης: 22
ΠΕ Γραμματέων: 8, ΠΕ Πληροφορικής: 4, ΤΕ Γραμμα­τέων: 4, ΤΕ Πληροφορικής: 2, ΥΕ Επιμελητών Δικαστη­ρίων: 4.



Άρθρο 16 Χρόνος τήρησης και χρήσης δεδομένων
Ο χρόνος τήρησης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τρί­τους χάριν αυτών δεδομένων οικονομικής συμπεριφο­ράς, που αναφέρονται στη διαδικασία του παρόντος νό­μου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των τριών ετών από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11.
Άρθρο 17 Διαγραφή απαιτήσεων
Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που διαγράφο­νται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται η παράγραφος 10 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α'). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερ­δών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.
Άρθρο 18 Αύξηση θέσεων Ειρηνοδικών
Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών αυξάνεται κατά ογδόντα και ορίζεται συνολικά σε επτα­κόσιες σαράντα μία.
Άρθρο 19 Μεταβατικές διατάξεις
  1. Για έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νό­μου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9.
  2. Αιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 υποβάλλο­νται μετά την πάροδο πέντε μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 20
  1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλε­κτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομίας, Ανταγωνιστικό­τητας και Ναυτιλίας και Οικονομικών καθορίζονται:
α) η οργάνωση και ειδικότερα η διάρθρωση των υπηρε­σιών της Ειδικής Υπηρεσίας με τίτλο «Επιχειρησιακή Μονάδα Ανάπτυξης», που ιδρύθηκε με το π.δ. 28/2010, σε οργανικές μονάδες (Διευθύνσεις, Τμήματα, αυτοτελή Γραφεία),
β) ο τίτλος, η έδρα και η αρμοδιότητα των πιο πάνω ορ­γανικών μονάδων,
γ) οι κλάδοι του τακτικού προσωπικού κατά κατηγο­ρίες, καθώς και ο αριθμός των οργανικών θέσεων κάθε κλάδου,
δ) ο κλάδος και βαθμός του προϊσταμένου των οργανι­κών μονάδων που αναφέρονται στην περίπτωση α'.
Συνιστώνται επίσης θέσεις τακτικού προσωπικού και υ­παλλήλων που μπορεί να προσληφθούν με σύμβαση και κατανέμονται οι θέσεις αυτές κατά ειδικότητα.
  1. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος οι θέσεις του προσωπικού θα καλυφθούν με μεταθέσεις, αποσπά­σεις ή μετατάξεις υπαλλήλων από άλλες υπηρεσίες του ίδιου ή άλλων Υπουργείων ή νομικών προσώπων δημόσι­ου δικαίου. Τις ίδιες θέσεις έχουν δικαίωμα να επιλέξουν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων για την αρχική ε­πιλογή υπηρεσίας τοποθέτησης, οι εκπαιδευόμενοι στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και την Εθνική Σχολή Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατά την έναρξη ισχύος του πα­ρόντος.
  2. ΟΙ μετατάξεις διενεργούνται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, ύστερα από πρόσκληση ενδιαφέρο­ντος του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και με την εξής διαδικασία: α) Οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν αίτηση στη Διεύ­θυνση Διοίκησης του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνι­στικότητας και Ναυτιλίας συνοδευόμενη από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα και βεβαίωση υπηρεσιακών μετα­βολών. Η Διεύθυνση αυτή συγκεντρώνει τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων με τα πιο πάνω δικαιολογητικά και κα­ταρτίζει κατάλογο με βάση τα τυπικά προσόντα τους.
β) Οι υποψήφιοι προς μετάταξη αξιολογούνται από Ε­πιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουρ­γού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και αποτελείται από: αα) έναν υπάλληλο του Υπουργείου Οικονομίας, Αντα­γωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ως Πρόεδρο, με δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσία και πιστοποιημένη γνώση διοικη­τικής επιστήμης, κατά προτίμηση απόφοιτο της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ββ) ένα μέλος του διδακτικού - ερευνητικού προσωπι­κού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στα αντικείμενα της δι­οικητικής επιστήμης ή της διοίκησης επιχειρήσεων και γγ) έναν επιστημονικό συνεργάτη του Εθνικού Κέ­ντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης προτεινόμενο από τη Διοίκηση του ΕΚΔΔΑ.
γ) ΟΙ ενδιαφερόμενοι καλούνται σε προφορική εξέτα­ση ενώπιον της επιτροπής αξιολόγησης. Η εξέταση απο­σκοπεί στη διακρίβωση της καταλληλότητας, πνευματι­κής συγκρότησης και υπηρεσιακής επάρκειας των υπο­ψηφίων για την πλήρωση των θέσεων στις οποίες πρό­κειται να μεταταγούν.
δ) Η επιτροπή μετά την εξέταση των υποψηφίων κα­ταρτίζει πίνακα στον οποίο κατατάσσονται κατά αξιολο­γική σειρά όσοι επιλέγονται για μετάταξη.
ε) Οι μετατάξεις διενεργούνται με κοινή απόφαση των αρμόδιων Υπουργών.
στ) Γ ια τη διαδικασία ενώπιον της επιτροπής τηρούνται πρακτικά, τα οποία είναι στη διάθεση των ενδιαφερομέ­νων.
ζ) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνι­στικότητας και Ναυτιλίας καθορίζεται η διαδικασία ενώ­πιον της επιτροπής και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο για τη λειτουργία της θέμα.
Άρθρο 21
Το άρθρο 5 του ν. 1279/1982 (ΦΕΚ 108 Α'), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του ν. 3190/2003 (ΦΕΚ 249 Α"), αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 5
  1. Η διάρκεια των μισθώσεων που προβλέπονται από το άρθρο 4 και των ανανεούμενων μισθώσεων του άρ­θρου 3 δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα έξι (6) έτη. Η διάρκεια των μισθώσεων αυτών παρατείνεται έως τέσ­σερα (4) επιπλέον έτη σε επιχειρήσεις που διαθέτουν σύστημα διασφάλισης ποιότητας υπό τις εξής προϋποθέ­σεις:
α) οι επιχειρήσεις εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από την έναρξη της μίσθωσης να έχουν υποβάλει πρόταση χρηματοδότησης/ολοκλήρωσης επενδυτικού σχεδίου στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2007-2013, του αναπτυξιακού νόμου ή οποιουδήποτε άλλου χρηματοδοτικού προγράμματος που προαπαιτεί διάρκεια μίσθωσης μεγαλύτερη των έξι (6) ετών, ή
β) να ολοκληρωθούν εντός της χρονικής διάρκειας των έξι (6) ετών συγχωνεύσεις επιχειρήσεων εντός των κεντρικών αγορών.
  1. Σε περίπτωση μη υπαγωγής της υποβληθείσας πρό­τασης της επιχείρησης ή μη ολοκλήρωσης της εγκεκρι­μένης επένδυσης, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋ­ποθέσεις του εκάστοτε προγράμματος, ή σε κάθε περί­πτωση μη τήρησης των προϋποθέσεων της παραγράφου 1, η διάρκεια της μίσθωσης δεν δύναται να υπερβαίνει τα έξι (6) έτη.
  2. Ο Διευθύνων Σύμβουλος των Οργανισμών Κεντρι­κής Αγοράς Αθηνών Α.Ε. και Κεντρικής Αγοράς Θεσσα­λονίκης Α.Ε., ύστερα από απόφαση του Δ.Σ., μπορεί να ανανεώνει τις μισθώσεις της παραγράφου 1 μέχρι έξι (6) έτη κάθε φορά από τη λήξη τους, σύμφωνα με τους ό­ρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από το Δ.Σ. του Οργανισμού.»

Άρθρο 22 Έναρξη ισχύος του νόμου
Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου 2010, εκτός από τα άρθρα 20 και 21 η ισχύς των οποίων αρχίζει από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου